Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to portend
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to serve as a sign or indication of a future event
Transitive: to portend a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
portend
γ΄ ενικό πρόσωπο
portends
ενεστώτα μετοχή
portending
απλός αόριστος
portended
παθητική μετοχή
portended
Παραδείγματα
The eerie silence in the forest seemed to have portended an approaching storm, which eventually swept through the area.
Η παραξενιά σιωπή στο δάσος φαινόταν να προμηνύει μια επερχόμενη καταιγίδα, που τελικά σάρωσε την περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
portend
port
end



























