poised
poised
pɔɪzd
poyzd
posed

Ορισμός και σημασία του "poised"στα αγγλικά

01

ισορροπημένος, έτοιμος να δράσει

having a balanced quality, yet ready to move or act 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poised
συγκριτικός βαθμός
more poised
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
posture, readiness, composure
02

ψύχραιμος, ήρεμος

showing control over emotions and actions 
Παραδείγματα
She remained poised during the interview, answering each question thoughtfully. 

Παρέμεινε ψύχραιμη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, απαντώντας σε κάθε ερώτηση με σκέψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

poised
poise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store