Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poised
01
ισορροπημένος, έτοιμος να δράσει
having a balanced quality, yet ready to move or act
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poised
συγκριτικός βαθμός
more poised
διαβαθμίσιμο
02
ψύχραιμος, ήρεμος
showing control over emotions and actions
Παραδείγματα
Facing the challenging task, she was poised and ready to succeed.
Αντιμετωπίζοντας την πρόκληση, ήταν ψύχραιμη και έτοιμη να πετύχει.
Λεξικό Δέντρο
poised
poise



























