Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piercingly
Παραδείγματα
His ears stung in the piercingly wintry air.
Τα αυτιά του έκαιγαν στον διαπεραστικό χειμωνιάτικο αέρα.
02
διαπεραστικά, με οξύφωνη φωνή
in a shrill voice
Λεξικό Δέντρο
piercingly
piercing
pierce



























