pierid
pie
ˈpaɪə
paie
rid
rɪd
rid
nitidmiridsciaridunwearied

Ορισμός και σημασία του "pierid"στα αγγλικά

01

πιερίδα, οποιοδήποτε από τα πολλά χλωμά χρωματισμένα πεταλούδες που έχουν τρία ζεύγη καλά αναπτυγμένων ποδιών

any of numerous pale-colored butterflies having three pairs of well-developed legs 
pierid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pierids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store