Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piercing
01
piercing, κοσμήματα piercing
a piece of jewelry designed to be worn in a body piercing, such as earrings, nose rings, or other decorative items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piercings
Παραδείγματα
She wore a gold piercing in her nostril.
Φορούσε ένα χρυσό piercing στη μύτη της.
02
τρύπημα
a hole made in the body for the insertion of jewelry, typically in the ear, nose, or other areas
Παραδείγματα
She wore a diamond stud in her ear piercing.
Φορούσε ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι στο τρύπημα του αυτιού της.
piercing
01
διαπεραστικός, οξύς
(of sound) extremely high-pitched or intense that seems to cut through other sounds
Παραδείγματα
The piercing scream of the alarm woke everyone in the building.
Η διαπεραστική κραυγή του συναγερμού ξύπνησε όλους στο κτίριο.
02
διαπεραστικός, οξύς
impactful and sharp, displaying keen insight or perceptiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most piercing
συγκριτικός βαθμός
more piercing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His piercing questions revealed the truth no one else saw.
Οι διαπεραστικές ερωτήσεις του αποκάλυψαν την αλήθεια που κανείς άλλος δεν είδε.
Παραδείγματα
The piercing cold of the winter morning made it hard to stay outside for long.
Το τσουχτερό κρύο του χειμωνιάτικου πρωινού έκανε δύσκολο να μείνεις έξω για πολύ.
04
διαπεραστικός, θλιβερός
having an intense, sharp emotional impact
Παραδείγματα
The piercing grief in her eyes was impossible to ignore.
Ο διαπεραστικός θρήνος στα μάτια της ήταν αδύνατο να αγνοηθεί.
Λεξικό Δέντρο
piercing
pierce



























