Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penetrating
01
διαπεραστικός, οξύς
having the ability to deeply understand or expose the true nature of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penetrating
συγκριτικός βαθμός
more penetrating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist’s penetrating research uncovered facts that had been overlooked for years.
Η διεισδυτική έρευνα του επιστήμονα αποκάλυψε γεγονότα που είχαν αγνοηθεί για χρόνια.
02
διεισδυτικός, διαπεραστικός
tending to penetrate; having the power of entering or piercing
Λεξικό Δέντρο
penetratingly
penetrating
penetrate
penetr



























