penetrable
pe
ˈpɛ
pe
net
nɪt
nit
rable
rəbl
rēbl

Ορισμός και σημασία του "penetrable"στα αγγλικά

penetrable
01

διαπερατός, διαβρωτικός

allowing substances to pass through 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penetrable
συγκριτικός βαθμός
more penetrable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The penetrable membrane allowed nutrients to enter the cell while keeping larger molecules out. 

Η διηθητική μεμβράνη επέτρεπε στα θρεπτικά συστατικά να εισέλθουν στο κύτταρο ενώ κρατούσε τα μεγαλύτερα μόρια έξω.

02

διαπερατός, προσβάσιμος

capable of being accessed or entered 
Παραδείγματα
The penetrable security system allowed unauthorized individuals to enter the facility without detection. 

Το διαπερατό σύστημα ασφαλείας επέτρεψε σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα να εισέλθουν στην εγκατάσταση χωρίς ανίχνευση.

Λεξικό Δέντρο

impenetrable
penetrability
penetrable
penetr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store