picky
pi
ˈpɪ
πι
cky
ki
κι
/pˈɪki/

Ορισμός και σημασία του "picky"στα αγγλικά

01

επιλεκτικός, δύσκολος

(of a person) extremely careful with their choices and hard to please
picky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pickiest
συγκριτικός βαθμός
pickier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The picky customer returned the product because it did n't meet their exact specifications.
Ο επιλεκτικός πελάτης επέστρεψε το προϊόν επειδή δεν πληρούσε τις ακριβείς προδιαγραφές του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store