picky
pi
ˈpɪ
pi
cky
ki
ki
pinky

Ορισμός και σημασία του "picky"στα αγγλικά

01

επιλεκτικός, δύσκολος

(of a person) extremely careful with their choices and hard to please 
picky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pickiest
συγκριτικός βαθμός
pickier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's very picky about the quality of the ingredients she uses in her cooking. 

Είναι πολύ επιλεκτική με την ποιότητα των συστατικών που χρησιμοποιεί στο μαγείρεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store