picnic
pic
ˈpɪk
pik
nic
nɪk
nik
pyknic

Ορισμός και σημασία του "picnic"στα αγγλικά

01

πικνίκ, γεύμα στη φύση

‌an occasion when we pack food and take it to eat outdoors, typically in the countryside 
picnic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
picnics
Παραδείγματα
Don't forget to clean up after your picnic to keep the area tidy. 

Μην ξεχάσετε να καθαρίσετε μετά το πικνίκ σας για να διατηρήσετε την περιοχή τακτοποιημένη.

1.1

πικνίκ

the meal that people eat during an outing in nature, typically in a park or on a beach 
picnic definition and meaning
02

βόλτα, ευχάριστη εκδρομή

any undertaking that is easy to do 
to picnic
01

κάνω πικ νικ, τρωω σε εξωτερικό χώρο

to have a meal or social gathering outdoors 
Intransitive
to picnic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
picnic
γ΄ ενικό πρόσωπο
picnics
ενεστώτα μετοχή
picnicking
απλός αόριστος
picnicked
παθητική μετοχή
picnicked
Παραδείγματα
Families often choose to picnic in parks on weekends. 

Οι οικογένειες συχνά επιλέγουν να πικνικάρουν σε πάρκα τα σαββατοκύριακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store