Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Picnic
01
πικνίκ, γεύμα στη φύση
an occasion when we pack food and take it to eat outdoors, typically in the countryside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
picnics
Παραδείγματα
We 're planning a family picnic at the beach this weekend.
Σχεδιάζουμε ένα οικογενειακό πικνίκ στην παραλία αυτό το σαββατοκύριακο.
1.1
πικνίκ
the meal that people eat during an outing in nature, typically in a park or on a beach
02
βόλτα, ευχάριστη εκδρομή
any undertaking that is easy to do
to picnic
01
κάνω πικ νικ, τρωω σε εξωτερικό χώρο
to have a meal or social gathering outdoors
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
picnic
γ΄ ενικό πρόσωπο
picnics
ενεστώτα μετοχή
picnicking
απλός αόριστος
picnicked
παθητική μετοχή
picnicked
Παραδείγματα
The friends picnicked on the beach during their vacation.
Οι φίλοι πικνίκαραν στην παραλία κατά τις διακοπές τους.



























