Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Picklepuss
01
στριφνός, βλοσυρός
someone with a habitually sullen or gloomy expression
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
picklepusses
LanGeek



























