petty
pe
ˈpɛ
pe
tty
ti
ti
prettypottypattyputty

Ορισμός και σημασία του "petty"στα αγγλικά

01

ασήμαντος, μικροπρεπής

having little significance 
petty definition and meaning
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The argument stemmed from a petty disagreement over office supplies. 

Η διαφωνία προέκυψε από μια μικροπρεπή διαφωνία σχετικά με τα γραφεία.

02

κατώτερος, υποδεέστερος

having a lower rank or position 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The petty officer was responsible for overseeing the daily operations on the ship. 

Ο υπαξιωματικός ήταν υπεύθυνος για την εποπτεία των καθημερινών εργασιών στο πλοίο.

03

μικροπρεπής, στενόμυαλος

narrow-minded and focused on trivial matters 
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
He was criticized for his petty attitude towards suggestions that could have improved the project. 

Κριτικάρηκε για τη μικροπρεπή του στάση απέναντι σε προτάσεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν το έργο.

04

μικροπρεπής, ασήμαντος

relating to minor or unimportant crimes 
Παραδείγματα
He was arrested for a petty theft. 

Συνελήφθη για μια μικροκλοπή.

Λεξικό Δέντρο

pettily
pettiness
petty
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store