narrow-minded
na
rrow
rəʊ
rew
min
maɪn
main
ded
dɪd
did

Ορισμός και σημασία του "narrow-minded"στα αγγλικά

narrow-minded
01

στενόμυαλος, περιορισμένος

not open to new ideas, opinions, etc. 
narrow-minded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most narrow-minded
συγκριτικός βαθμός
more narrow-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His narrow-minded views on politics made it difficult to have meaningful discussions with him. 

Οι στενόμυαλες απόψεις του για την πολιτική έκαναν δύσκολη τη δυνατότητα να γίνουν ουσιαστικές συζητήσεις μαζί του.

02

αίρεσης, δογματικός

rigidly adhering to the doctrines of a sect or group 
Παραδείγματα
The preacher was criticized for narrow-minded preaching. 

Ο ιεροκήρυκας επικρίθηκε για το στενόμυαλο κήρυγμά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store