Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Narthex
01
νάρθηκας, προθάλαμος της εκκλησίας
a vestibule leading to the nave of a church
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narthexes
02
νάρθηκας, πρόναος της εκκλησίας
an enclosed area consisting of pillars located at the western entrance of an old church



























