Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to narrowcast
01
στενή μετάδοση, μεταδίδω πληροφορίες σε συγκεκριμένη ομάδα
to transmit information through television or the Internet to a specific group of people
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
narrowcast
γ΄ ενικό πρόσωπο
narrowcasts
ενεστώτα μετοχή
narrowcasting
απλός αόριστος
narrowcasted
παθητική μετοχή
narrowcasted
Παραδείγματα
The company narrowcasts its quarterly earnings report to shareholders via a secure online portal.
Η εταιρεία narrowcast την τριμηνιαία της αναφορά κερδών στους μετόχους μέσω ενός ασφαλούς διαδικτυακού πύλου.
Narrowcast
01
στενή μετάδοση, εξειδικευμένη μετάδοση
the transmission or dissemination of content to a specific and targeted audience or niche market, as opposed to broadcasting to a broad and general audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narrowcasts



























