Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nary
01
ένα άτομο μη δυαδικού φύλου, ένας μη δυαδικός
a person with a nonbinary gender
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
naries
neutral form
nary
Παραδείγματα
That nary uses they/them pronouns.
nary
01
ούτε ένας, κανένας
(used with singular count nouns) colloquial for not a' or not one' or `never a'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, negation, speech
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
narial
seminary
nary



























