nary
na
ˈnɛə
neē
ry
ri
ri
airyaeryverywary

Ορισμός και σημασία του "nary"στα αγγλικά

01

ένα άτομο μη δυαδικού φύλου, ένας μη δυαδικός

a person with a nonbinary gender 
nary definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
naries
neutral form
nary
Παραδείγματα
That nary uses they/them pronouns. 
01

ούτε ένας, κανένας

(used with singular count nouns) colloquial for not a' or not one' or `never a' 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, negation, speech

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

narial
seminary
nary
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store