Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to narrowcast
01
στενή μετάδοση, μεταδίδω πληροφορίες σε συγκεκριμένη ομάδα
to transmit information through television or the Internet to a specific group of people
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
narrowcast
γ΄ ενικό πρόσωπο
narrowcasts
ενεστώτα μετοχή
narrowcasting
απλός αόριστος
narrowcasted
παθητική μετοχή
narrowcasted
Παραδείγματα
The marketing team has narrowcasted targeted ads to specific demographics with great success.
Η ομάδα μάρκετινγκ έχει στενή μετάδοση στοχευμένων διαφημίσεων σε συγκεκριμένες δημογραφικές ομάδες με μεγάλη επιτυχία.
Narrowcast
01
στενή μετάδοση, εξειδικευμένη μετάδοση
the transmission or dissemination of content to a specific and targeted audience or niche market, as opposed to broadcasting to a broad and general audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narrowcasts



























