narthex
nar
ˈnɑ:
naa
thex
θɛks
theks

Ορισμός και σημασία του "narthex"στα αγγλικά

01

νάρθηκας, προθάλαμος της εκκλησίας

a vestibule leading to the nave of a church 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narthexes
02

νάρθηκας, πρόναος της εκκλησίας

an enclosed area consisting of pillars located at the western entrance of an old church 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store