Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petty
01
ασήμαντος, μικροπρεπής
having little significance
Παραδείγματα
The court dismissed the case, deeming it a petty dispute not worthy of legal action.
Το δικαστήριο απέρριψε την υπόθεση, θεωρώντας την μια ασήμαντη διαμάχη που δεν άξιζε νομικής δράσης.
02
κατώτερος, υποδεέστερος
having a lower rank or position
Παραδείγματα
Despite his petty rank, he still contributed valuable insights to the team.
Παρά την χαμηλή του θέση, συνέβαλε ακόμη με πολύτιμες πληροφορίες στην ομάδα.
03
μικροπρεπής, στενόμυαλος
narrow-minded and focused on trivial matters
Παραδείγματα
She had a petty attitude, focusing on minor flaws rather than big-picture solutions.
Είχε μια μικροπρεπή στάση, εστιάζοντας σε μικρά ελαττώματα παρά σε λύσεις ευρείας κλίμακας.
04
μικροπρεπής, ασήμαντος
relating to minor or unimportant crimes
Παραδείγματα
He was involved in petty fraud schemes.
Είχε εμπλακεί σε σχήματα μικρής απάτης.
Λεξικό Δέντρο
pettily
pettiness
petty



























