perturbing
per
pɜr
περρ
tur
ˈtɜr
τερρ
bing
bɪng
μπινγκ
/pətˈɜːbɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "perturbing"στα αγγλικά

perturbing
01

ανησυχητικός, διαταρακτικός

causing uneasiness, anxiety, or disturbance
Παραδείγματα
The eerie silence in the haunted forest was perturbing, heightening the sense of foreboding.
Η μακάβρια σιγή στο στοιχειωμένο δάσος ήταν αναστατωτική, ενισχύοντας την αίσθηση του προαισθήματος.

Λεξικό Δέντρο

perturbing
perturb
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store