perturbing
per
πα
tur
ˈtɜ:
τερ
bing
bɪng
μπινγκ
disturbingcurbing

Ορισμός και σημασία του "perturbing"στα αγγλικά

perturbing
01

ανησυχητικός, διαταρακτικός

causing uneasiness, anxiety, or disturbance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perturbing
συγκριτικός βαθμός
more perturbing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, cognition
Παραδείγματα
The sudden change in weather and dark clouds on the horizon were perturbing for the hikers. 

Η ξαφνική αλλαγή του καιρού και τα σκοτεινά σύννεφα στον ορίζοντα ήταν αναστατωτικά για τους πεζοπόρους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

perturbing
perturb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store