pertinent
per
ˈpɜr
περρ
ti
τι
nent
nɪnt
νιντ
British pronunciation
/pˈɜːtɪnənt/

Ορισμός και σημασία του "pertinent"στα αγγλικά

01

σχετικός, κατάλληλος

directly related to the matter being considered
example
Παραδείγματα
The CEO requested that all pertinent data be presented before the board meeting starts.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος ζήτησε όλα τα σχετικά δεδομένα να παρουσιαστούν πριν από την έναρξη της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου.
02

σχετικός, κατάλληλος

highly appropriate to a particular matter or situation
example
Παραδείγματα
The teacher 's feedback was pertinent to improving the student's writing skills.
Η ανατροφοδότηση του δασκάλου ήταν σχετική για τη βελτίωση των δεξιοτήτων γραφής του μαθητή.

Λεξικό Δέντρο

impertinent
pertinently
pertinent
pertin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store