Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pertinent
01
σχετικός, κατάλληλος
directly related to the matter being considered
Παραδείγματα
The CEO requested that all pertinent data be presented before the board meeting starts.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος ζήτησε όλα τα σχετικά δεδομένα να παρουσιαστούν πριν από την έναρξη της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου.
02
σχετικός, κατάλληλος
highly appropriate to a particular matter or situation
Παραδείγματα
The teacher 's feedback was pertinent to improving the student's writing skills.
Η ανατροφοδότηση του δασκάλου ήταν σχετική για τη βελτίωση των δεξιοτήτων γραφής του μαθητή.
Λεξικό Δέντρο
impertinent
pertinently
pertinent
pertin



























