Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to permit
01
επιτρέπω, αφήνω
to allow something or someone to do something
Ditransitive: to permit sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
permit
γ΄ ενικό πρόσωπο
permits
ενεστώτα μετοχή
permitting
απλός αόριστος
permitted
παθητική μετοχή
permitted
Παραδείγματα
The park permits visitors to bring their own food and drinks.
Το πάρκο επιτρέπει στους επισκέπτες να φέρνουν το δικό τους φαγητό και ποτό.
02
επιτρέπω, καθιστώ δυνατό
to create favorable conditions for or make something possible
Transitive: to permit an activity or condition
Παραδείγματα
The new technology permits faster communication and collaboration among team members.
Η νέα τεχνολογία επιτρέπει ταχύτερη επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ των μελών της ομάδας.
Παραδείγματα
The city council decided to permit the construction of a new shopping mall in the downtown area.
Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να επιτρέψει την κατασκευή ενός νέου εμπορικού κέντρου στην κεντρική περιοχή.
Permit
01
άδεια
an official document that allows someone to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
permits
Παραδείγματα
You need a permit to build a new structure on your property, which you can obtain from the local planning office.
Χρειάζεστε άδεια για να χτίσετε μια νέα κατασκευή στην ιδιοκτησία σας, την οποία μπορείτε να λάβετε από το τοπικό γραφείο προγραμματισμού.
02
άδεια, αποδοχή
the process or action of officially granting permission, often documented in writing
Παραδείγματα
The city's permit of the new development sparked controversy among residents.
Η άδεια της πόλης για την νέα ανάπτυξη προκάλεσε διαμάχη μεταξύ των κατοίκων.
03
παλομέτα, λευκή παλομέτα
a species of fish known for its strength and speed, commonly found around the West Indies and Florida
Παραδείγματα
Anglers travel to the Caribbean hoping to catch a permit in the shallow flats.
Οι ψαράδες ταξιδεύουν στην Καραϊβική με την ελπίδα να πιάσουν ένα permit στα ρηχά νερά.
Λεξικό Δέντρο
permission
permissive
permit



























