peregrination
pe
ˌpɛ
pe
reg
rɪg
rig
ri
ri
na
ˈneɪ
nei
tion
ʃən
shēn
cauterizationhybridizationserializationgesticulation

Ορισμός και σημασία του "peregrination"στα αγγλικά

01

περιπλάνηση, ταξίδι με τα πόδια

a long journey, especially on foot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peregrinations
Παραδείγματα
His peregrination through the mountains took several months, with many challenges along the way. 

Η περιπλάνησή του μέσα από τα βουνά διήρκεσε αρκετούς μήνες, με πολλές προκλήσεις στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peregrination
peregrinate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store