Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peregrination
01
περιπλάνηση, ταξίδι με τα πόδια
a long journey, especially on foot
Παραδείγματα
A sense of accomplishment washed over her after completing the long peregrination across the desert.
Ένα αίσθημα επιτυχίας την κατέκλυσε μετά την ολοκλήρωση της μακράς περιπλάνησης μέσα από την έρημο.
Λεξικό Δέντρο
peregrination
peregrinate



























