Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peregrinate
01
ταξιδεύω, περιφέρομαι
to travel or wander around from place to place, especially on foot
Transitive: to peregrinate a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
peregrinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
peregrinates
ενεστώτα μετοχή
peregrinating
απλός αόριστος
peregrinated
παθητική μετοχή
peregrinated
Παραδείγματα
The urbanite decided to peregrinate the mountain trails during the weekends.
Ο αστικός αποφάσισε να περιπλανηθεί στα μονοπάτια του βουνού τα σαββατοκύριακα.
Λεξικό Δέντρο
peregrination
peregrinate



























