Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percussive
01
κρουστικός, προσκρουστικός
producing a sharp, powerful sound, typically by hitting or striking something
Παραδείγματα
The percussion section of the orchestra produces percussive sounds using various instruments like drums and cymbals.
Το τμήμα κρουστών της ορχήστρας παράγει κρουστικούς ήχους χρησιμοποιώντας διάφορα όργανα όπως τύμπανα και κύμβαλα.
Λεξικό Δέντρο
percussive
percuss



























