percussive
Pronunciation
/pɝˈkəsəv/

Ορισμός και σημασία του "percussive"στα αγγλικά

percussive
01

κρουστικός, προσκρουστικός

producing a sharp, powerful sound, typically by hitting or striking something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most percussive
συγκριτικός βαθμός
more percussive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The percussion section of the orchestra produces percussive sounds using various instruments like drums and cymbals.
Το τμήμα κρουστών της ορχήστρας παράγει κρουστικούς ήχους χρησιμοποιώντας διάφορα όργανα όπως τύμπανα και κύμβαλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store