percussive
per
cu
ˈkʌ
ka
ssive
sɪv
siv
permissive

Ορισμός και σημασία του "percussive"στα αγγλικά

percussive
01

κρουστικός, προσκρουστικός

producing a sharp, powerful sound, typically by hitting or striking something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most percussive
συγκριτικός βαθμός
more percussive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, music, impact
Παραδείγματα
The percussive beats of the drum added rhythm to the music. 

Οι κρουστικοί χτύποι του ντραμ πρόσθεσαν ρυθμό στη μουσική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

percussive
percuss
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store