Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peerless
01
απαράμιλλος, ασύγκριτος
incapable of being compared to others due to superior quality or excellence
Παραδείγματα
The athlete ’s peerless achievements in the sport have set new records.
Τα απαράμιλλα επιτεύγματα του αθλητή στο άθλημα έχουν θέσει νέα ρεκόρ.
Λεξικό Δέντρο
peerless
peer



























