Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Participant
01
συμμετέχων, μέλος
a person who takes part or engages in an activity or event
Παραδείγματα
Every participant must follow the rules.
Κάθε συμμετέχων πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες.
02
συμμετέχων, μέτοχος
someone who takes part in an activity
Λεξικό Δέντρο
nonparticipant
participant
participate
particip



























