Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
partially
01
μερικώς, ατελώς
in an incomplete or limited manner
Παραδείγματα
She was only partially aware of the changes happening in the company.
Ήταν μόνο μερικώς ενήμερη για τις αλλαγές που συνέβαιναν στην εταιρεία.
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She was partially responsible for the project's success, having contributed valuable ideas.
Ήταν μερικώς υπεύθυνη για την επιτυχία του έργου, έχοντας συνεισφέρει πολύτιμες ιδέες.
Λεξικό Δέντρο
partially
partial
part



























