Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to participate
01
συμμετέχω
to join in an event, activity, etc.
Intransitive: to participate in an event or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
participate
γ΄ ενικό πρόσωπο
participates
ενεστώτα μετοχή
participating
απλός αόριστος
participated
παθητική μετοχή
participated
Παραδείγματα
She decided to participate in the charity run to support a good cause.
Αποφάσισε να συμμετάσχει στο φιλανθρωπικό τρέξιμο για να υποστηρίξει έναν καλό σκοπό.
02
συμμετέχω, μοιράζομαι
to share or have a characteristic or quality that is present in something or someone else
Intransitive: to participate in a quality
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
He participates in kindness by always helping others when needed.
Συμμετέχει στην καλοσύνη βοηθώντας πάντα τους άλλους όταν χρειάζεται.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
participant
participating
participation
participate
particip



























