Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to participate
01
συμμετέχω
to join in an event, activity, etc.
Intransitive: to participate in an event or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
participate
γ΄ ενικό πρόσωπο
participates
ενεστώτα μετοχή
participating
απλός αόριστος
participated
παθητική μετοχή
participated
Παραδείγματα
He consistently participates in charity events to support various causes.
Αυτός συμμετέχει σταθερά σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις για να υποστηρίξει διάφορους σκοπούς.
02
συμμετέχω, μοιράζομαι
to share or have a characteristic or quality that is present in something or someone else
Intransitive: to participate in a quality
old use
Παραδείγματα
The sculpture participates in creativity, reflecting the artist's unique vision.
Η γλυπτική συμμετέχει στη δημιουργικότητα, αντικατοπτρίζοντας τη μοναδική όραση του καλλιτέχνη.
Λεξικό Δέντρο
participant
participating
participation
participate
particip



























