partially
par
ˈpɑ:
πα
tia
ʃə
σα
lly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "partially"στα αγγλικά

01

μερικώς, ατελώς

in an incomplete or limited manner 
partially definition and meaning
Παραδείγματα
She was only partially aware of the changes happening in the company. 

Ήταν μόνο μερικώς ενήμερη για τις αλλαγές που συνέβαιναν στην εταιρεία.

02

μερικώς, σε κάποιο βαθμό

to a limited degree or extent 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She was partially responsible for the project's success, having contributed valuable ideas. 

Ήταν μερικώς υπεύθυνη για την επιτυχία του έργου, έχοντας συνεισφέρει πολύτιμες ιδέες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

partially
partial
part
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store