partible
par
ˈpɑ:
paa
tible
tɪəbl
tiebl
particle

Ορισμός και σημασία του "partible"στα αγγλικά

01

διαιρετός, καταμεριστός

related to a property that can be divided after being inherited 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, property, inheritance

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

partible
part
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store