Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
partible
01
διαιρετός, καταμεριστός
related to a property that can be divided after being inherited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, property, inheritance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
partible
part



























