parody
Pronunciation
/ˈpɛɹədi/

Ορισμός και σημασία του "parody"στα αγγλικά

01

παρωδία, χιουμοριστική μίμηση

a piece of writing, music, etc. that imitates the style of someone else in a humorous way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parodies
Παραδείγματα
The theater troupe performed a parody of a well-known Shakespeare play, adding comedic twists and contemporary references to the dialogue.
Η θιάτρο παρουσίασε μια παρωδία ενός γνωστού έργου του Σαίξπηρ, προσθέτοντας κωμικές ανατροπές και σύγχρονες αναφορές στον διάλογο.
02

παρωδία, χιουμοριστική μίμηση

humorous imitation of a person, work, or style
Παραδείγματα
He created a parody of his teacher's mannerisms.
Δημιούργησε μια παρωδία των τρόπων του δασκάλου του.
to parody
01

παρωδώ, μιμούμαι με χιουμοριστικό τρόπο

to imitate someone or something in a humorous or playful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parody
γ΄ ενικό πρόσωπο
parodies
ενεστώτα μετοχή
parodying
απλός αόριστος
parodied
παθητική μετοχή
parodied
Παραδείγματα
The actor parodied famous movie scenes with exaggerated gestures.
Ο ηθοποιός παρωδούσε διάσημες σκηνές ταινιών με υπερβολικές χειρονομίες.
02

παρωδώ, μιμούμαι με σατιρικό τρόπο

to create a deliberately exaggerated or distorted imitation of a writer, artist, work, or genre, usually for comic or critical effect
Παραδείγματα
The book parodied multiple literary styles simultaneously.
Το βιβλίο παρωδούσε πολλά λογοτεχνικά στυλ ταυτόχρονα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store