parody
pa
ˈpæ
ro
dy
di
di
pittidaeparidaepieridae

Ορισμός και σημασία του "parody"στα αγγλικά

01

παρωδία, χιουμοριστική μίμηση

a piece of writing, music, etc. that imitates the style of someone else in a humorous way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parodies
Παραδείγματα
The comedian's parody of the popular song went viral, making people laugh with its clever and humorous lyrics. 

Η παρωδία του κωμικού του δημοφιλούς τραγουδιού έγινε viral, κερδίζοντας τα γέλια του κοινού με τους έξυπνους και χιουμοριστικούς στίχους της.

02

παρωδία, χιουμοριστική μίμηση

humorous imitation of a person, work, or style 
Παραδείγματα
The comedian's act was a parody of celebrity interviews. 

Η παράσταση του κωμικού ήταν μια παρωδία των συνεντεύξεων των διασημοτήτων.

to parody
01

παρωδώ, μιμούμαι με χιουμοριστικό τρόπο

to imitate someone or something in a humorous or playful manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parody
γ΄ ενικό πρόσωπο
parodies
ενεστώτα μετοχή
parodying
απλός αόριστος
parodied
παθητική μετοχή
parodied
Παραδείγματα
The comedian parodied the mayor's public speeches. 

Ο κωμικός παρωδούσε τις δημόσιες ομιλίες του δημάρχου.

02

παρωδώ, μιμούμαι με σατιρικό τρόπο

to create a deliberately exaggerated or distorted imitation of a writer, artist, work, or genre, usually for comic or critical effect 
Παραδείγματα
The author parodied Gothic novels in her latest short story. 

Η συγγραφέας παρωδούσε τα γοτθικά μυθιστορήματα στο τελευταίο της διήγημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store