Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parody
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parodies
Παραδείγματα
The comedian's parody of the popular song went viral, making people laugh with its clever and humorous lyrics.
Η παρωδία του κωμικού του δημοφιλούς τραγουδιού έγινε viral, κερδίζοντας τα γέλια του κοινού με τους έξυπνους και χιουμοριστικούς στίχους της.
02
παρωδία, χιουμοριστική μίμηση
humorous imitation of a person, work, or style
Παραδείγματα
The comedian's act was a parody of celebrity interviews.
Η παράσταση του κωμικού ήταν μια παρωδία των συνεντεύξεων των διασημοτήτων.
to parody
01
παρωδώ, μιμούμαι με χιουμοριστικό τρόπο
to imitate someone or something in a humorous or playful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parody
γ΄ ενικό πρόσωπο
parodies
ενεστώτα μετοχή
parodying
απλός αόριστος
parodied
παθητική μετοχή
parodied
Παραδείγματα
The comedian parodied the mayor's public speeches.
Ο κωμικός παρωδούσε τις δημόσιες ομιλίες του δημάρχου.
Παραδείγματα
The author parodied Gothic novels in her latest short story.
Η συγγραφέας παρωδούσε τα γοτθικά μυθιστορήματα στο τελευταίο της διήγημα.



























