Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parody
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parodies
Παραδείγματα
The theater troupe performed a parody of a well-known Shakespeare play, adding comedic twists and contemporary references to the dialogue.
Η θιάτρο παρουσίασε μια παρωδία ενός γνωστού έργου του Σαίξπηρ, προσθέτοντας κωμικές ανατροπές και σύγχρονες αναφορές στον διάλογο.
02
παρωδία, χιουμοριστική μίμηση
humorous imitation of a person, work, or style
Παραδείγματα
He created a parody of his teacher's mannerisms.
Δημιούργησε μια παρωδία των τρόπων του δασκάλου του.
to parody
01
παρωδώ, μιμούμαι με χιουμοριστικό τρόπο
to imitate someone or something in a humorous or playful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parody
γ΄ ενικό πρόσωπο
parodies
ενεστώτα μετοχή
parodying
απλός αόριστος
parodied
παθητική μετοχή
parodied
Παραδείγματα
The actor parodied famous movie scenes with exaggerated gestures.
Ο ηθοποιός παρωδούσε διάσημες σκηνές ταινιών με υπερβολικές χειρονομίες.
Παραδείγματα
The book parodied multiple literary styles simultaneously.
Το βιβλίο παρωδούσε πολλά λογοτεχνικά στυλ ταυτόχρονα.



























