Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mimic
01
μιμούμαι, αντιγράφω
to copy the style, technique, or subject matter of another artist or artwork
Transitive: to mimic an artistic technique or style
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mimic
γ΄ ενικό πρόσωπο
mimics
ενεστώτα μετοχή
mimicking
απλός αόριστος
mimicked
παθητική μετοχή
mimicked
Παραδείγματα
The new artist tried to mimic the brush strokes and color palette of the famous painter.
Ο νέος καλλιτέχνης προσπάθησε να μιμηθεί τις πινελιές και την παλέτα χρωμάτων του διάσημου ζωγράφου.
Mimic
01
μιμητής, μίμος
a performer who imitates the actions, gestures, or voices of others for entertainment or comedic effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mimics
Παραδείγματα
The mimic had the audience in stitches with his spot-on impersonations of famous celebrities.
Ο μίμος έκανε το κοινό να γελά με τις ακριβείς απομιμήσεις του διάσημων προσωπικοτήτων.
mimic
01
μιμητικός, προσομοιωτικός
resembling or imitating something else, often in appearance or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mimic
συγκριτικός βαθμός
more mimic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The insect had mimic wings that looked like leaves.
Το έντομο είχε μιμητικά φτερά που έμοιαζαν με φύλλα.



























