to mimic
mi
ˈmɪ
mi
mic
mɪk
mik
gimmickbulimiceponymicacronymic

Ορισμός και σημασία του "mimic"στα αγγλικά

to mimic
01

μιμούμαι, αντιγράφω

to copy the style, technique, or subject matter of another artist or artwork 
Transitive: to mimic an artistic technique or style
to mimic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mimic
γ΄ ενικό πρόσωπο
mimics
ενεστώτα μετοχή
mimicking
απλός αόριστος
mimicked
παθητική μετοχή
mimicked
Παραδείγματα
The new artist tried to mimic the brush strokes and color palette of the famous painter. 

Ο νέος καλλιτέχνης προσπάθησε να μιμηθεί τις πινελιές και την παλέτα χρωμάτων του διάσημου ζωγράφου.

02

μιμούμαι, παρωδώ

to imitate someone in a way that ridicules or makes fun of them 
Παραδείγματα
He mimicked his teacher’s voice to make the class laugh. 

Μιμήθηκε τη φωνή του δασκάλου του για να κάνει την τάξη να γελάσει.

01

μιμητής, μίμος

a performer who imitates the actions, gestures, or voices of others for entertainment or comedic effect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mimics
Παραδείγματα
The mimic had the audience in stitches with his spot-on impersonations of famous celebrities. 

Ο μίμος έκανε το κοινό να γελά με τις ακριβείς απομιμήσεις του διάσημων προσωπικοτήτων.

01

μιμητικός, προσομοιωτικός

resembling or imitating something else, often in appearance or behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mimic
συγκριτικός βαθμός
more mimic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The insect had mimic wings that looked like leaves. 

Το έντομο είχε μιμητικά φτερά που έμοιαζαν με φύλλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store