Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mimic
01
μιμούμαι, αντιγράφω
to copy the style, technique, or subject matter of another artist or artwork
Transitive: to mimic an artistic technique or style
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mimic
γ΄ ενικό πρόσωπο
mimics
ενεστώτα μετοχή
mimicking
απλός αόριστος
mimicked
παθητική μετοχή
mimicked
Παραδείγματα
The fashion designer decided to mimic the trends of the 1960s in her latest collection.
Ο σχεδιαστής μόδας αποφάσισε να μιμηθεί τις τάσεις της δεκαετίας του 1960 στην τελευταία του συλλογή.
Mimic
01
μιμητής, μίμος
a performer who imitates the actions, gestures, or voices of others for entertainment or comedic effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mimics
Παραδείγματα
The mimic's uncanny ability to imitate the mannerisms of others made for a memorable and entertaining show.
Η απίστευτη ικανότητα του μίμου να μιμείται τις μανιέρες των άλλων έκανε την παράσταση αξέχαστη και διασκεδαστική.
mimic
01
μιμητικός, προσομοιωτικός
resembling or imitating something else, often in appearance or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mimic
συγκριτικός βαθμός
more mimic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The robot ’s mimic movements made it seem almost human.
Οι μιμητικές κινήσεις του ρομπότ το έκαναν να φαίνεται σχεδόν ανθρώπινο.



























