awakening
a
a
a
wake
ˈweɪk
veik
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "awakening"στα αγγλικά

01

ξύπνημα, αφύπνιση

the act of waking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
awakenings
02

ξύπνημα, συνειδητοποίηση

the start or realization of something new 
Παραδείγματα
The environmental movement experienced an awakening in the 1970s. 

Το περιβαλλοντικό κίνημα γνώρισε μια αφύπνιση τη δεκαετία του 1970.

Λεξικό Δέντρο

awakening
awaken
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store