Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
painstakingly
01
επιμελώς, με μεγάλη προσοχή
in a way that shows or involves great care, effort, and attention to detail
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She painstakingly painted each petal of the flower by hand.
Έβαψε επιμελώς κάθε πέταλο του λουλουδιού με το χέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
painstakingly
painstaking



























