Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
own
01
δικό του, προσωπικός
used for showing that someone or something belongs to or is connected with a particular person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They have their own way of doing things.
Έχουν τον δικό τους τρόπο να κάνουν τα πράγματα.
to own
01
κατέχω, έχω
to have something as for ourselves
Transitive: to own sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
own
γ΄ ενικό πρόσωπο
owns
ενεστώτα μετοχή
owning
απλός αόριστος
owned
παθητική μετοχή
owned
Παραδείγματα
The company owned several patents for their innovative technology.
Η εταιρεία κατείχε πολλά διπλώματα ευρεσιτεχνίας για την καινοτόμο τεχνολογία της.
02
κυριαρχώ, καταστρέφω
to dominate or defeat an opponent, especially in gaming
Dialect
American
Transitive: to own a competition or opponent
Slang
Παραδείγματα
We owned the finals without breaking a sweat.
Κυριαρχήσαμε στους τελικούς χωρίς ιδρώτα.



























