Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ownership
01
ιδιοκτησία, κατοχή
the relation of an owner to the thing possessed; possession with the right to transfer possession to others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ιδιοκτησία, κατοχή
the act of having and controlling property
03
ιδιοκτησία, κατοχή
the state or fact of being an owner
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ownership
owner
own



























