oxen
ox
ˈɑk
ακ
en
sən
σαν
/ˈɒksən/

Ορισμός και σημασία του "oxen"στα αγγλικά

01

βόδια, εξημερωμένα βοοειδή

domesticated bovine animals as a group regardless of sex or age
oxen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oxen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store