Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
βόδι, ευνουχισμένος ταύρος
a bull used on farms to carry heavy loads, which its sex organs are partly removed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
oxen
αρσενικό ενικό
ox
θηλυκό ενικό
cow
neutral form
bovine
02
άγριο βόδι, βουβάλι
any of various wild bovines especially of the genera Bos or closely related Bibos
LanGeek



























