Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Owner
01
ιδιοκτήτης, κάτοχος
a person, entity, or organization that possesses, controls, or has legal rights to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
owners
Παραδείγματα
The software owner is responsible for maintaining and updating the application.
Ο ιδιοκτήτης του λογισμικού είναι υπεύθυνος για τη συντήρηση και την ενημέρωση της εφαρμογής.
Λεξικό Δέντρο
ownerless
ownership
owner
own



























