Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Owner
01
ιδιοκτήτης, κάτοχος
a person, entity, or organization that possesses, controls, or has legal rights to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
owners
Παραδείγματα
The owner of the building decided to renovate the entire complex.
Ο ιδιοκτήτης του κτιρίου αποφάσισε να ανακαινίσει ολόκληρο το συγκρότημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ownerless
ownership
owner
own



























