Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Owie
01
πονάκι, γδάρσιμο
used to refer to a minor injury, such as a scrape or bruise, in a playful or childlike manner
καθημερινή έκφραση
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
owies
Παραδείγματα
"Mommy, I fell and got an owie on my knee!"
Μαμά, έπεσα και έχω ένα πονούλι στο γόνατο!



























