Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overwhelming
01
συντριπτικός, εξουθενωτικός
too intense or powerful to resist or manage effectively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overwhelming
συγκριτικός βαθμός
more overwhelming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The overwhelming joy of holding her newborn baby for the first time brought tears to her eyes.
Η συντριπτική χαρά της να κρατάει το νεογέννητο μωρό της για πρώτη φορά της έφερε δάκρυα στα μάτια της.
Λεξικό Δέντρο
overwhelmingly
overwhelming
overwhelm
whelm



























