Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overpriced
01
υπερτιμημένος, υπερτιμημένος
expensive in way that is not reasonable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overpriced
συγκριτικός βαθμός
more overpriced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
commerce, evaluation, value
Παραδείγματα
The restaurant’s menu is full of overpriced dishes.
Το μενού του εστιατορίου είναι γεμάτο υπερτιμημένα πιάτα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overpriced
overprice
price



























