high-priced
high
haɪpraɪst
haipraist
priced

Ορισμός και σημασία του "high-priced"στα αγγλικά

high-priced
01

υψηλής τιμής, ακριβός

having an expensive price 
high-priced definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most high-priced
συγκριτικός βαθμός
more high-priced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The high-priced tickets for the concert sold out quickly. 

Τα ακριβά εισιτήρια για τη συναυλία εξαντλήθηκαν γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store