Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outwit
01
ξεπερνώ με πονηριά, εξαπατώ
to defeat or surpass someone in a clever or cunning manner
Transitive: to outwit sb
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outwit
γ΄ ενικό πρόσωπο
outwits
ενεστώτα μετοχή
outwitting
απλός αόριστος
outwitted
παθητική μετοχή
outwitted
Παραδείγματα
The cunning fox was known to outwit the hunters, always managing to evade capture.
Η πονηρή αλεπού ήταν γνωστή ότι ξεπερνούσε τους κυνηγούς, καταφέρνοντας πάντα να αποφεύγει τη σύλληψη.



























