to outwit
out
ˌaʊt
awt
wit
ˈwɪt
vit
outfit

Ορισμός και σημασία του "outwit"στα αγγλικά

to outwit
01

ξεπερνώ με πονηριά, εξαπατώ

to defeat or surpass someone in a clever or cunning manner 
Transitive: to outwit sb
to outwit definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outwit
γ΄ ενικό πρόσωπο
outwits
ενεστώτα μετοχή
outwitting
απλός αόριστος
outwitted
παθητική μετοχή
outwitted
Παραδείγματα
The detective was able to outwit the criminal, solving the case and bringing the perpetrator to justice. 

Ο ντετέκτιβ κατάφερε να ξεγελάσει τον εγκληματία, λύνοντας την υπόθεση και φέρνοντας τον δράστη στη δικαιοσύνη.

Λεξικό Δέντρο

outwit

out

+

wit

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store