Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outwit
01
ξεπερνώ με πονηριά, εξαπατώ
to defeat or surpass someone in a clever or cunning manner
Transitive: to outwit sb
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outwit
γ΄ ενικό πρόσωπο
outwits
ενεστώτα μετοχή
outwitting
απλός αόριστος
outwitted
παθητική μετοχή
outwitted
Παραδείγματα
The detective was able to outwit the criminal, solving the case and bringing the perpetrator to justice.
Ο ντετέκτιβ κατάφερε να ξεγελάσει τον εγκληματία, λύνοντας την υπόθεση και φέρνοντας τον δράστη στη δικαιοσύνη.



























