outward
out
aʊt
awt
ward
wɔ:d
vawd

Ορισμός και σημασία του "outward"στα αγγλικά

01

εξωτερικός, προφανής

having to do with the external or visible appearance, as opposed to the inner or hidden qualities 
outward definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His outward actions suggested he was confident, though he felt unsure inside. 

Οι εξωτερικές του ενέργειες έδειχναν ότι ήταν σίγουρος, αν και αισθανόταν αβέβαιος μέσα του.

02

εξωτερικός, προς τα έξω

directed or moving away from the center 
Παραδείγματα
The outward expansion of the company led to new markets. 

Η προς τα έξω επέκταση της εταιρείας οδήγησε σε νέες αγορές.

01

προς τα έξω, προς το εξωτερικό

away from a central or particular point 
outward definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
adverb of place
Παραδείγματα
The branches of the tree extended outward, providing shade in all directions. 

Τα κλαδιά του δέντρου εκτείνονταν προς τα έξω, παρέχοντας σκιά σε όλες τις κατευθύνσεις.

Λεξικό Δέντρο

outwardly
outwardness
outward
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store